μπάφα

μπάφα
η кефаль (самка)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μπάφα" в других словарях:

  • μπάφα — η ζωολ. το θηλυκό τού ψαριού κέφαλος …   Dictionary of Greek

  • Μπάφας, Γεώργιος ή Διαμάντης — (Καλαρρύτες 1784 – Ζάκυνθος 1853). Ασημουργός, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής αργυροχοΐας. Γιος άλλου διάσημου χρυσικού, του Διαμάντη Μπάφα, έγινε γνωστός στην Επτάνησο (η οικογένεια του είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο πριν από …   Dictionary of Greek

  • αβγοτάραχο — Ονομασία των ταριχευμένων αβγών του ψαριού κέφαλος, που ανήκει στην οικογένεια των μουχιλιδών. Το α. προέρχεται από τον θηλυκό κέφαλο, τον γνωστό ως μπάφα, και είναι περιζήτητο. Για την παραγωγή α. χαράσσεται με προσοχή η κοιλιά της μπάφας,… …   Dictionary of Greek

  • πάφα — η ζωολ. το αυγωμένο θηλυκό τού ψαριού μουγίλος ο κέφαλος, αλλ. μπάφα …   Dictionary of Greek

  • Επτάνησα ή Επτάνησος — Ιστορική και γεωγραφική νησιωτική περιοχή (2.307 τ. χλμ., 212.984 κάτ.) που εκτείνεται κατά μήκος των δυτικών παραλίων της Ελλάδας μέχρι τη νότια Πελοπόννησο. Περιλαμβάνει από τα Β προς τα Ν τα νησιά Κέρκυρα, Παξοί, Λευκάδα, Ιθάκη, Κεφαλονιά,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»